Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Η Σχολή της Φρανκφούρτης η έννοια της πολιτιστικής βιομηχανίας και πώς επηρεάζει ακόμη και σήμερα το άτομο και την κοινωνία


Εισαγωγή 
Ο 20ος αι. θα μπορούσε να ονομαστεί και ο αιώνας της μαζικής κοινωνίας,  και  της μαζικής κουλτούρας. Διότι σ΄ αυτόν εμφανίζονται έντονα και εξελίσσονται ραγδαία τα φαινόμενα της μαζικοποίησης της κοινωνίας και το εγγενές σε αυτήν φαινόμενο της μαζικής κουλτούρας. Σε αυτή την μαζικοποίηση συνέβαλε η δημιουργία της πολιτιστικής βιομηχανίας.

Πολλές κριτικές αναπτυχτήκαν για τα φαινόμενα αυτά, μεταξύ των οποίων και αυτές που ανέπτυξαν οι στοχαστές της «Σχολής της Φρανκφούρτης».

1.      Η Σχολή της Φρανκφούρτης και η έννοια της πολιτιστικής βιομηχανίας

Οι κοινωνικοί κριτικοί που έγιναν γνωστοί ως «Σχολή της Φρανκφούρτης” ήταν   μια ομάδα γερμανόφωνων στοχαστών, του Ινστιτούτου Κοινωνικής Έρευνας του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης. Τα πιο γνωστά από τα μέλη ήταν οι: Τίοντορ Αντόρνο Μάξ Χορκχάιμερ, Χέμπερτ Μαρκούζε και Λέο Λόβεβταλ.  Ιδιαίτερα σημαντικό το έργο που δημιούργησαν,  κατά την δεκαετία του 1930 - στο πλαίσιο της ανόδου του ναζισμού στη Γερμανία  από την οποία όλοι υποχρεώθηκαν να δραπετεύσουν κυρίως στις Η.Π.Α- με το οποίο πραγματεύονταν την κριτική της μαζικής κουλτούρας, Οι απόψεις τους για τη μαζική κουλτούρα διαμορφώθηκαν υπό την καταλυτική επίδραση  αφενός της εμπειρίας του ναζισμού και αφετέρου του πολιτισμικού σοκ που τους επεφύλασσε η άφιξή τους στην Αμερική, όπου άκμαζαν  οι σύγχρονες μορφές δημοφιλούς κουλτούρας, τα νέα μαζικά έντυπα μέσα,  το ραδιόφωνο,  ο κινηματογράφος, του Χόλυγουντ,  η τζαζ, η διαφήμιση, ο Ντίσνεϊ και τα κόμικς που λειτούργησαν ως νέα οχήματα για τον πολιτισμικό εξευγενισμό των μαζών. (Hall-Gieben:2003,388 ; Smith:2006,84) .
Η επιτηδειακή υπνωτική προπαγάνδα των ναζιστών, από τη μία, και η υπνωτική σαγήνη που ασκεί η μαζική κουλτούρα στο κοινό της, από την άλλη, αντιμετωπίστηκαν ως διαφορετικές μορφές της συστηματικής ιδεολογικής χειραγώγησης  και πολιτικής καθυπόταξης των ευρέων κοινωνικών στρωμάτων.         ( Πασχαλίδης:2002,98). Οι στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης υποστήριξαν ότι αυτά τα γεγονότα  αποτελούσαν εκτροπή από το Διαφωτισμό, λόγω της κυριαρχίας αυτού που ονόμασαν «τεχνικός λόγος» πάνω στη σύγχρονη κοινωνία και κουλτούρα,  τον αποκλεισμό της κριτικής ορθολογικότητας και τον κλονισμό των πολιτικών, πολιτισμικών και ηθικών αξιών, κατά τη «διαδικασία εκπολιτισμού» του λαού. (Hall-Gieben:2003, 387-389). Υποστήριξαν ότι η ορθολογικότητα του Διαφωτισμού, που κυριάρχησε στο καπιταλιστικό σύστημα,  οδήγησε στη δημιουργία της πολιτιστικής βιομηχανίας.
Μεγάλες εταιρείες,  ελέγχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας[1]. Οι εταιρείες αυτές παράγουν προϊόντα με μοναδικό σκοπό να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους και όχι να ενθαρρύνουν, την καλλιτεχνική δημιουργικότητα, την κριτική σκέψη  και να προάγουν την ανθρώπινη ελευθερία. (Smith:2006:89-90).Ο αντι-διαφωτισμός, που είναι το αποτέλεσμα της πολιτιστικής βιομηχανίας προάγει τη μαζική εξαπάτηση και «εμποδίζει τη διαμόρφωση αυτόνομων, αυτοτελών, συνειδητά κρινόντων και αποφασιζόντων ατόμων». Χωρίς την ύπαρξη τέτοιων ατόμων  δεν μπορεί να υπάρξει και να αναπτυχτεί η δημοκρατία. (Πασχαλίδης:2002,100).
Επίσης η κριτική αντίληψη της Σχολής της Φρανκφούρτης έχει Λουκατσιανή καταγωγή.
 Ο Λούκατς είχε προετοιμάσει το πρώτο πλήγμα σε μια μαρξιστική θεωρία η οποία είχε αποκοπεί από την μαρξιστική αντίληψη του κόσμου.Αυτό που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν μια διάσταση μεταξύ του μαρξιστικού πνεύματος και του μορφώματος της μαρξιστικής σκέψης.
Το πλήγμα αυτό είχε επιφέρει ο Λούκατς με το περίφημα βιβλίο του «Ιστορία και Ταξική συνείδηση».
Το πρόταγμα του Λούκατς είναι ότι η μαρξιστική σκέψη είχε λησμονήσει να αναφερθεί στην ανασύσταση της ενότητας του υποκειμένου με το αντικείμενο.
Σύμφωνα με τον Αντόρνο και την αρνητική διαλεκτική δεν μπορεί το εμπειρικό και το νοητό, αντίστοιχα η πράξη και η θεωρία να τα διαχωρίσουμε, διότι αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα.
Η Σχολή τα Φρανκφούρτης προσπαθεί τον δυισμό υποκειμένου και αντικειμένου να τον αρνηθεί. Δηλαδή να δημιουργήσει έναν αποφατισμό που να ακυρώνει την ψευδή ιδεολογική εικόνα μεταξύ ενός υποκειμένου που σκέπτεται και ενός αντικειμένου που δεν σκέπτεται . Αν συμπερασματικά το δούμε θα διαπιστώσουμε ότι το υποκείμενο αυτό που σκέπτεται -ως κυρίαρχος-  επιβάλει τους κανόνες και νόμους στο αντικείμενο που δεν σκέπτεται και άρα δεν υπάρχει. Αφού το δέντρο δεν σκέπτεται δεν υπάρχει , αφού η φύση δεν σκέπτεται δεν υπάρχει, άρα το αφεντικό του κόσμου είναι το εγώ που σκέπτομαι.
Σύμφωνα με τη Σχολή δεν υπάρχουν δύο κόσμοι, αλλά ένας και μοναδικός, αυτός που δεν προσπαθεί να μεταμορφώσει μια κατάσταση του μερικού έτσι ώστε να το ανεβάσει στην κατάσταση της γενικότητας, κάτι το οποίο το διαπιστώνουμε να γίνεται από τη μεταφυσική και το μαρξισμό, το οποίο αυτό ψεύδος, δηλαδή να ανάγουμε το μερικό στο γενικό, τη μεταμόρφωση της μερικότητας σε γενικότητα, οδηγεί στον φασισμό, και δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ουσία του φασιστικού φαινομένου.
Η συμβολή της Σχολής εδώ είναι καθοριστική όχι μόνο στην κατανόηση του κοινωνικού υποκειμένου, αλλά στη μεταβολή του κοσμοειδώλου του ανθρώπινου κοσμοειδώλου πέρα από τον δυισμό σε μια πρωταρχική ενότητα της μεταφυσικής ψυχής και του σώματος. Δεν γνωρίζει αυτή η ενότητα δυισμό, διαχωρισμό, διακρίσεις.
Η Σχολή την ψυχανάλυση την φέρνει από το ατομικό πεδίο στο κοινωνικό πεδίο.
Τι έχει συμβεί;
Το ίδιο κοινωνικό μόρφωμα έχει αρχίσει να μεταβάλλεται πάνω στη βάση αυτού του δυισμού.
Όταν τελειώνει η φάση του κλασικού καπιταλισμού (προτεσταντικού καπιταλισμού), αρχίζει μια δεύτερη φάση του καταναλωτικού καπιταλισμού ή ύστερου
Τι συμβαίνει εκεί;
Οι αντιπρόσωποι της Σχολής βρίσκονται στο μεταίχμιο αυτής της αλλαγής, δηλαδή ζουν σε μια τρομερή αλλοίωση του ανθρώπινου υποκειμένου. Το ανθρώπινο υποκείμενο χάνει την υποκειμενικότητά του μέσα σε μια κατάσταση που του επιβάλλεται και το δημιουργεί. Από το υποκείμενο σε μαζουποκείμενο και από την κοινωνία σε μαζοκοινωνία.
Άρα η Σχολή αυτή την εποχή που αναπτύσσει τις απόψεις της το 1931 (το 1933 ανεβαίνει ο Χίτλερ) έχει να αντιμετωπίσει κάτι πολύ σημαντικό . Αλήθεια αυτή η κοινωνική κατάσταση αναδύθηκε τυχαία;
Όσο υπάρχει υποκειμενικότητα μπορεί να υπάρχει θεολογία, δεν υπάρχει όμως  φασισμός.
Εκείνο που έχει συμβεί σύμφωνα με τη Σχολή είναι ότι κάπου η υποκειμενικότητα πρέπει να έχει αλλοιωθεί ή να έχει ακολουθήσει άλλα μονοπάτια. Και ποια είναι αυτά;
Είναι τα μονοπάτια της κοινωνίας του ελέγχου. Η κοινωνία αρχίζει να  μεταβάλλεται από τη στιγμή που μπορεί να επικρατήσει και να μεταβάλει τη σύσταση του υποκειμένου. Μπορεί να κυριαρχήσει από τη στιγμή που το ανθρώπινο υποκείμενο έχει πάψει πια να αποτελεί αυτοτελή οντότητα, αλλά έχει γίνει ένα γρανάζι μέσα σε μια μηχανή η οποία κατευθύνεται στο όνομα της μαζικότητας δηλ. να είναι ιν.

2.      Η έννοια της μαζικής κουλτούρας και της τέχνης και το κοινωνικό αντίκτυπο  
 Για τον Χορκχάιμερ η κουλτούρα είναι το σύνολο των ιδεών, των ηθών, των κανόνων και των καλλιτεχνικών εκφράσεων που ξεπηδούν από τη «βάση» μιας κοινωνίας, η κληρονομιά και οι πράξεις της νόησης και της τέχνης. (Σαρίκας:1984,10).
Η «λαϊκή κουλτούρα αναπτύχθηκε «από κάτω» από τη βάση. Ήταν μια «αυθόρμητη , αυτόχθονη έκφραση του λαού, διαμορφωμένη από τον ίδιο, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις δικές του ανάγκες. Η μαζική κουλτούρα επιβάλλεται «εκ των άνω». Κατασκευάζατε ( με τρόπο βιομηχανικό) από τεχνικούς που μισθώνονται από τις επιχειρήσεις (Σεραφετινίδου:2005,379;Σαρίκας:1984,10). Δεν συνιστά τη σημερινή μορφή της «λαϊκής τέχνης», αποτελεί προϊόν θεσμών πολιτισμικής παραγωγής, οργανωμένοι σύμφωνα  με το βιομηχανικό πρότυπο: λειτουργούν λαμβάνοντας υπόψη  τους μηχανισμούς της αγοράς,  και με μοναδικό σκοπό να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους . Τα πολιτιστικά προϊόντα αυτών των θεσμών- οι κινηματογραφικές ταινίες, οι ραδιοφωνικές εκπομπές, τα δημοφιλή τραγούδια και μυθιστορήματα, κτλ- δεν αποτελούν μορφές τέχνης που ενθαρρύνουν την κριτική σκέψη  και  προάγουν την ανθρώπινη ελευθερία. αλλά είναι αποκλειστικά μόνο εμπορεύματα., απλώς μπίζνες και οι δημιουργικοί συντελεστές τους όργανα της εμπορευματοποίησης. ( Πασχαλίδης : 2002 , 89 ; Σεραφετιδίδου : 2005 , 400 ;  ΜακΚουεϊλ : 2003, 123). Το καινούριο     είναι ότι και  «η τέχνη»   παραδέχεται η ίδια ότι είναι εμπόρευμα και εξαρτάται από τις συνθήκες της εμπορευματικής οικονομίας.(Χορκχάιμερ-Αντόρνο:1984,110).
Η μαζικοποίηση της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής προσδιορίζεται ως ο κύριος παράγοντας εκφυλισμού της τέχνης. (Σεραφετινίδου:2005,384).
 Σύμφωνα με τον Αντόρνο και Χορκχάιμερ, η πολιτιστική βιομηχανία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού. Δημιουργεί ευχαριστημένους, αλλά αποχαυνωμένους καταναλωτές που δεν έχουν καμιά κριτική ικανότητα. Βασικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής είναι η μαζική παραγωγή ψυχαγωγικών προϊόντων . Αυτό μπορεί να προσφέρει στο κοινό την ψευδαίσθηση ότι «ξεφεύγει από την άθλια πραγματικότητα που το περιβάλει» αλλά, στην ουσία, το εμποδίζει να προβάλει οποιοιδήποτε αντίσταση. ¨οι ψευδαισθήσεις που του προσφέρει είναι ικανοποιήσεις» Αντί λοιπόν , για αισθητική εξιδανίκευση, η πολιτισμική βιομηχανία επιβάλει τη διαρκεί ματαίωση των επιθυμιών, προσφέροντάς του ένα παράδεισο πλασμένο «από την ίδια την καθημερινότητα». Σε αντίθεση με την τέχνη που, χάρης την αυτονομία της από οικονομικές σκοπιμότητες, λειτουργεί ως χώρος έκφρασης της κριτικής και της αντίστασης στους κοινωνικούς καταναγκασμούς, χώρος στον οποίο ο άνθρωπος καταφεύγει για να «συλλάβει έναν κόσμο διαφορετικό απ΄ αυτόν στον οποίο ζει» (Πασχαλίδης:2002,100;Σεραφετινίδου2005,385).
  Το βασικό μήνυμα, που προσπαθεί να περάσει στον κόσμο, είναι ότι πρέπει να συμμορφώνεται να καταναλώνει, να δουλεύει σκληρά, εμποδίζοντας τους να αναλάβουν συλλογική δράση. Ο Τοκβίλ σχετικά με το μονοπώλιο της κουλτούρας, έλεγε ότι «η τυραννία αφήνει ελεύθερο το σώμα και επιτίθεται στην ψυχή».  (Χορκχάιμερ-Αντόρνο:1984,84).
Σε αντίθεση με την τέχνη, που αποτελεί μια σφαίρα ελεύθερης έκφρασης του υποκειμένου, η μαζική κουλτούρα προκαλεί την «εξαφάνιση της εσωτερικής ζωής», παραλύει «τη φαντασία, τη σκέψη και τον αυθορμητισμό του καταναλωτής της». (Πασχαλίδης:2002,100).
Το πολιτισμικό προϊόν είναι απόλυτα προβλέψιμο και τυποποιημένο και στερείται οποιουδήποτε αυθεντικού νοήματος. (Smith:2006,90;Σεραφετινίδου:2005,21).    Παράδειγμα είναι ότι «από τη στιγμή που θα αρχίσει ένα φιλμ, ξέρουμε πώς θα τελειώσει και ποιος θα ανταμειφτεί, θα τιμωρηθεί ή θα ξεχασθεί» Την ίδια στιγμή, όμως,  που η μαζική χαρακτηρίζεται από την τάση «αποκλεισμού του καινούριου», είναι αναγκασμένη, για να διατηρήσει το ενδιαφέρον του κοινού, να αναζητά καινοτομίες και καινούρια εφέ. Η χρήση μοτίβων και αμετάβλητων τύπων θεάματος « η κυριαρχία των εφέ» έχει ως σκοπό την χειραγώγηση του κοινού. «Η βία της βιομηχανικής κοινωνίας [….]Οι παραγωγοί της βιομηχανικής κουλτούρας ξέρουν ότι ακόμη και ο σαστισμένος καταναλωτής θα απορροφήσει αμέσως ότι του προσφέρουν». (Χορκχάιμερ-Αντόρνο:1984,75,76).
 Ο άνθρωπος λόγω της καθημερινότητας και των δύσκολων συνθηκών που αντιμετωπίζει στην καθημερινότητας του είδε τον ελεύθερο χρόνο του ως πραγματικό άσυλο για εφησυχασμό. Αυτή την αδράνεια εκμεταλλεύτηκε η μαζική κουλτούρα, προσφέροντας διασκέδαση, ψυχαγωγία, φυγή από την πραγματικότητα και στην μετάβαση σε έναν φαινομενικά ωραίο κόσμο.( Σαρίκας:1984,23).
 Χρησιμοποιεί «την τέχνη» ώστε να  υπηρετεί τη διασκέδαση όπου η βιομηχανία της κουλτούρας μέσω αυτής ασκεί την επιρροή της (Χορκχάιμερ-Αντόρνο:1984,87).
Τα προϊόντα της διασκέδασης δημιουργούνται με τρόπο, ώστε αυτά να καταναλώνονται από τον θεατή μέσα στον ελεύθερο χρόνο, εύκολα χωρίς πνευματική προσπάθεια, δεν χρειάζεται να σκέπτεται[2].(Χορκχάιμερ-Αντόρνο:1984,88).
 Το «καθαρά αισθητικό συναίσθημα»  δημιουργεί άτομο-υποκείμενο με κρίση, και έπρεπε  να αντικατασταθεί με ένα άτομο - αντικείμενο παθητικό με ελεγχόμενο συναίσθημα. «Η ατομικότητα, ο αληθινός συντελεστής της καλλιτεχνικής δημιουργίας και κρίσης[…] εκφράζει τη δύναμη της αντίστασης». Χορκχάιμερ:1984,67).
Ο Καντ πιστεύει ότι η αισθητική του κάθε ανθρώπου εξαρτάται από την «ανθρώπινη ιδιαιτερότητα» που έχει μέσα του. (Χορκχάιμερ:1984,67).
Η τέχνη επικοινωνούσε με τον άνθρωπο πριν η κουλτούρα αντικατασταθεί από «τις χειραγωγούμενες ηδονές». Ο Ντιούι αναφέρει ότι η τέχνη είναι «η πιο γενική και ελεύθερη μορφή επικοινωνίας» και η επικοινωνία αυτή είναι το αποτέλεσμα και όχι σκοπός του καλλιτεχνικού έργου Χορκχάιμερ:1984,55,67).
Σύμφωνα με την Αρβελέρ κανείς δεν θεωρείται αγράμματος μέσα σε χώρους όπου βρίσκονται έργα τέχνης, διότι οι τέχνες είναι προσιτές στον κάθε άνθρωπο και του δημιουργούν ανάλογα με την προσωπικότητά του εντυπώσεις. (Γλυκατζη-Αρβελέρ:2007,22).
Η «τέχνη» είναι φτιαγμένη για να εξυπηρετεί. Η βιομηχανία της κουλτούρας φτιάχνει τα έργα «τέχνης» όπως τα πολιτικά σλόγκαν και τα επιβάλει, με χαμηλές τιμές, σ ένα διστακτικό κοινό, είναι προσιτά σε όλους. (Χορκχάιμερ-Αντόρνο:1984,113).
Χάρη στην τεχνολογική πρόοδο είμαστε όλο και πιο εύκολα καταναλωτές τέχνης και καλλιτεχνικών βιομηχανικών προϊόντων.(Γλυκατζη-Αρβελέρ:2007,23).
Η Σχολής της Φρανκφούρτης πάνω στο ζήτημα τέχνης και κουλτούρας έκανε έναν  ποιοτικό διαχωρισμό. Διαχώρισε, δηλαδή, τη κουλτούρα σε «υψηλή» και «χαμηλή», σε «θετική» και «αρνητική».   Ο Αντόρνο έκανε λόγο για «βιομηχανία της κουλτούρας» εννοώντας μια μαζική κουλτούρα που χειραγωγείται μέσω μηχανισμών που ελέγχει η πολιτιστική βιομηχανία, επιστρατεύοντας και την τεχνολογία. (Σεραφετινίδου:2005,387).
Η αντίθετη έννοια της μαζικής κουλτούρας είναι η τέχνη.
Παραπάνω αναφέραμε ότι το μαζοάτομο αρέσκεται  και επιθυμεί να είναι ιν. , δηλαδή μιμούμενο να γίνει κάτι που δεν είναι, αλλά κάτι που του προβάλλουν ως πρότυπο.
Που στηρίζεται αυτή η όμως  κατάσταση;
Στηρίζεται σε ένα μηχανισμό, το μηχανισμό των προσομοιώσεων. Το ανθρώπινο υποκείμενο δεν μπορεί να αισθάνεται την ατομικότητά του παρά μονάχα εάν η ατομικότητα του συμφωνεί και εμπλέκεται μέσα σε μια κατάσταση μαζικότητας που το κάνει το ίδιο. Εάν φορέσεις ένα μπλουζάκι της βιτρίνας θα είσαι ίδια με το μοντέλο.
Η μαζοκοινωνία δεν θέλει να αφήσει ελεύθερο χρόνο. Θέλει να δώσει την ψευδαίσθηση του ελευθέρου χρόνου. Ο ελεύθερος χρόνος είναι ο  εχθρός της μαζικότητας. Ο ελεύθερος χρόνος είναι ο δημιουργικός χρόνος του ελευθέρου υποκειμένου.
Η Χάνα Άρεντ έλεγε εάν στερήσεις το ανθρώπινο υποκείμενο από τον ελεύθερο χρόνο το έχεις μετατρέψει το υποκείμενο σε κάτι που και τα ζώα δεν είναι.
Έχουμε την ανάδυση μιας μαζοκοινωνίας και ενός μαζοατόμου το οποίο στηρίζεται σε μια σειρά προσομοιώσεων. Πρόκειται για την επιβολή μιας προσομοιώσεων. επιστρατεύοντας μηχανισμούς όπως την βιομηχανία της κουλτούρας. Έτσι που    και εάν προσπαθήσεις  το μαζουποκειμένο να το αποσπάσεις από αυτή -την κατάσταση της προσομοίωσης-  αποδομείται  γιατί η μόνη του ελπίδα είναι η προσομοίωση. Δεν υπάρχει μορφή πεπρωμένου υπάρχει μια μαζική μίμηση της πολυστρωματικότητας που είναι η ανθρώπινη ψυχή και το ανθρώπινο νόημα. Έτσι δημιουργείται αυτό που ονομάζουμε   ψυχανάλυση από την ανάποδη.
Ενώ προσπαθεί η ψυχανάλυση να απελευθερώσει το υποκείμενο από τις στερεοτυπίες του, το αντίθετο η μαζοκοινωνία επιβάλει τις στερεοτυπίες της πάνω στο ανθρώπινο υποκείμενο.
Έτσι το ανθρώπινο υποκείμενο μεταβάλλεται  σε κάτι που δεν μπορεί να υποστηρίξει την υποκειμενικότητα του.
Αυτή η ανάποδη ψυχανάλυση είναι αυτή που κατευθύνει τη σύγχρονη κοινωνία.
Παλεύουμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία, διότι η κοινωνία δεν αντιδρά, διότι είναι μαζοκοινωνία και δεν μπορεί να υπάρχει κοινωνία δίχως κοινωνική πάλη.
Όσο και εάν προσπαθήσουμε να τη δημιουργήσουμε ,  δεν μπορούμε αφού δεν πρόκειται για κοινωνία πρόκειται για μαζοκοινωνία και η μαζοκοινωνία δεν μπορεί να συμπεριφερθεί ως κοινωνικό σώμα.

3.      Ο κριτικός αντίλογος στις θεωρίες της Σχολής  της Φρανκφούρτης- Σύγχρονες Θεωρίες
 Σε γενικές γραμμές ο Αντόρνο απορρίπτει τη δημοφιλή κουλτούρα, γιατί τη θεωρεί επιπόλαιη, τετριμμένη και βέβαια επικίνδυνη, αφού δημιουργεί ευχαριστημένους καταναλωτές χωρίς ικανότητα για κριτική σκέψη, χρησιμεύει για την παραπλάνηση του κόσμου. Ιδιαίτερα αρνητικός είναι τόσο προς τη μουσική τζαζ όσο και προς τον λαϊκό κινηματογράφο. Αντίθετα βλέπει με πολύ θετικό μάτι την «υψηλή τέχνη», και ιδιαίτερα τις διάφορες καλλιτεχνικές πρωτοπορίες,  γιατί θεωρεί ότι έχουν μεγάλη πνευματική αξία και ενθαρρύνουν το στοχασμό και την κριτική σκέψη. ( Smith:2006, 91).
Στις μέρες μας, βέβαια, οι απόψεις αυτές θεωρούνται λίγο αναχρονιστικές. Αναπτύχτηκαν μελέτες όπου είχαν ως στόχο να επικρίνουν την εμπορική προέλευση της πολιτιστικής «έκπτωσης» και να μιλήσουν για τον καταναλωτή της εργατικής τάξης, της μαζικής κουλτούρας, τον οποίον τον παρουσίαζαν ως θύμα και όχι σαν θύτη. (ΜακΚουεϊλ : 2003, 122).
Η πλουραλιστική προσέγγιση για την μαζική κουλτούρα, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1950  απορρίπτει την έννοια της μαζικής κουλτούρας και προκρίνει την έννοια της «δημοφιλούς κουλτούρας». Οι διαφωνούντες με τους επικριτές της μαζικής κουλτούρας υποστηρίζουν ότι οι απόψεις τους είναι υπερβολικές και δεν βοηθούν να καταλάβουμε το σημερινό κοινονικοπολιτισμικό περιβάλλον ούτε τις δυνατότητες των νέων μέσων πολιτισμικής παραγωγής και επικοινωνίας.   Δίνεται έμφαση στον πολιτισμικό πλουραλισμό της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Απορρίπτουν επίσης την ιδέα ότι οι άνθρωποι  αποτελούν πλέον ένα εύπιστο κοινό, παθητικό, χειραγωγούμενη μάζα, τονίζοντας ότι ο καθένας με τον τρόπο του έχει συνείδηση, κρίση και επιλέγει να καταναλώνει διαφορετικά τα προϊόντα της δημοφιλής κουλτούρας.   
Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Χέρμπερτ Γκανς ο οποίος διαχωρίζει την δημοφιλή κουλτούρα σε πέντε διαφορετικές κουλτούρες,,  που τις αποκαλεί «κουλτούρες γούστου».  (Πασχαλίδης:2002,109).  Η πλουραλιστική προσέγγιση για την μαζική κουλτούρα πρότεινε ουσιαστικά μια κοινωνία  χωρίς συγκρούσεις, στο πλαίσιο ότι ο καθένας καταναλώνει την κουλτούρα που επιλέγει, εκφράζοντας ταυτόχρονα την προσδοκία κάποια μέρα το κοινό να καταναλώνει την κουλτούρα που του αξίζει. Άφηνε ωστόσο αναπάντητα τα ζητήματα που είχαν τεθεί από τη Σχολή της Φρανκφούρτης σχετικά με τη γιγάντωση των πολιτισμικών βιομηχανιών και την προσπάθεια  χειραγώγησης του  κοινού για την κατανάλωση των συγκεκριμένων προϊόντων κουλτούρας. (Πασχαλίδης:2002,110).
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 εμφανίζεται μία εναλλακτική προσέγγιση για την μαζική κουλτούρα με κύριους εκπροσώπους τον Ρέημοντ Ουίλλιαμς και τον Ουμπέρτο Έκο. Ο Ουίλλιαμς υποστηρίζει ότι η «υψηλή τέχνη» και η «μαζική κουλτούρα» δεν είναι δύο ανταγωνιστικές έννοιες και δεν αντιστοιχούν σε μια αντιπαράθεση μεταξύ της τέχνης και της διασκέδασης. Ο δεύτερος εκπρόσωπος προτείνει την συστηματική μελέτη των μέσων μαζικής επικοινωνίας,  των καινοτομιών που εισάγουν  και τη δομή των μηνυμάτων τους, στοχεύοντας στην πολιτισμική εξυγίανσή τους.. Με άλλα λόγια θα πρέπει να μελετηθεί ο τρόπος πρόσληψης των μηνυμάτων και το πώς το αντιλαμβάνεται το κοινό. (Πασχαλίδης:2002,112-113; Έκο, 1987: 59).
Καθώς προχωρούσε ο 20ος αιώνας μία νέα προσέγγιση εμφανίστηκε με το όνομα Πολιτισμικές Σπουδές. Η βρετανική σχολή πολιτισμικών σπουδών, που αποτελούν ένα ισχυρό ρεύμα σκέψης στο χώρο της πολιτισμικής θεωρίας, υποστηρίζει με θέρμη την πολιτική αξία της δημοφιλούς κουλτούρας. (Smith:2006,91,244). Τη συνθετική συνεξέταση των διαφορετικών συντελεστών του φαινομένου της δημοφιλούς κουλτούρας, των «πολιτισμικών βιομηχανιών[3]», των προϊόντων τους και του κοινού, με έμφαση τόσο στον υπερκαθορισμό του καθενός από το κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον όσο και στις ποικιλόμορφες αλληλεπιδράσεις τους. (Πασχαλίδης:2002,116).Υποστηρίζει τη αυτονομία της κουλτούρας, την ανάγκη επικοινωνίας και κατανόησης των νοημάτων με την αποκωδικοποίηση των κειμένων και ιδεολογιών. (Smith:2006,256).
 Επίσης προβάλλονται ζητήματα που αφορούν την πολιτιστική ποικιλομορφία και την  παγκόσμια μαζική επικοινωνία που  έχουν μια άμεση ή έμμεση σύνδεση με τη θέση του «πολιτιστικού ιμπεριαλισμού» ή με την πιο περιορισμένη έννοια, του «επικοινωνιακού ιμπεριαλισμού»[4]. (ΜακΚουεϊλ : 2003, 260).

 Τέλος μία πρόσφατη προσέγγιση στη δημοφιλή κουλτούρα δίνει μεγάλη σημασία στον καθορισμό του νοήματος από το κοινό στη διαδικασία της δημιουργικής  πρόσληψης από αυτό.   Ωστόσο πολλοί είναι οι θεωρητικοί που βρίσκουν αυτήν την προσέγγιση προβληματική διότι δίνεται μεγάλη βαρύτητα στη δύναμη ενός δυναμικού κοινού και παραμελείτε ο ρόλος των «πολιτισμικών βιομηχανιών».  ( Σαρρής : 1992, 45 ). Για το λόγο αυτό η προσέγγιση αυτή αποκαλείται «πολιτισμικός λαϊκισμός» . (Πασχαλίδης:2002,116).
Από όσα αναφέραμε διαπιστώνουμε ότι η σύγχρονες  έρευνες - που πραγματοποιήθηκαν για τον τρόπο που προσλαμβάνει το κοινό τα προϊόντα των πολιτιστικών βιομηχανιών, ανάμεσα τους και τη τέχνη, αποδεικνύουν ότι το τελευταίο είναι πιο κριτικό και στοχαστικό από όσο πίστευε ο Αντόρνο.   (Smith:2006,90-91).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Στον 20ου αιώνας που χαρακτηρίζεται ως αιώνας της δημιουργίας και της καταστροφής, σημειώθηκαν κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές, οικονομικές  αλλαγές, οι οποίες μετέβαλαν τη κοινωνία των μητροπόλεων του κόσμου , αλλά και των μεγάλων περιφερειών  σε μαζικές κοινωνίες με τα χαρακτηριστικά της μαζικότητας (βιομηχανοποίηση, τεχνολογική ανάπτυξη, εμπορευματοποίηση της παραγωγής, αστικοποίηση των πληθυσμών, κ.λπ.).
Οι κριτικοί θεωρητικοί της Σχολής της Φρανκφούρτης καταφέρθηκαν εναντίον του ρόλου των Πολιτιστικών βιομηχανιών και της  μαζικής κουλτούρας, και στην στράτευση της «τέχνης» για την επίτευξη της χειραγώγησης του κοινού . Δημιούργησαν μηχανισμούς ώστε το υποκείμενο να απωλέσει την υποκειμενικότητά του και η κοινωνία να γίνει μαζοκοινωνία, μία κοινωνία χειραγωγούμενη, χωρίς να μπορεί να αντιδρά και να δημιουργεί.
Υπάρχουν όμως και οι αντίθετες απόψεις, όπου: σύμφωνα με τις πρόσφατες θεωρίες των  διαφωνούντων με τους επικριτές της μαζικής κουλτούρας αναφέρουν ότι οι απόψεις αυτές δεν βοηθούν στη μελέτη και στην κατανόηση συμπεριφοράς, βελτίωσης και τις δυνατότητες των νέων μέσων πολιτισμικής παραγωγής και επικοινωνίας και μάλιστα σε μια εποχή που κυριαρχείται από την ψηφιακή τεχνολογία. 
 

Βιβλιογραφία

Γκαντζιάς Γ.(2005). Πολιτισμική πολιτική και ρύθμιση στην «Ψηφιακή Βιομηχανία των Επικοινωνιών», στο βιβλίο Βερνίκος Ν.,κ.ά. Πολιτιστικές Βιομηχανίες Διαδικασίες, Υπηρεσίες, Αγαθά, εκδ. Κριτική, Αθήνα.
Γλύκατζη-Αρβελέρ Ε. (2007). Πολιτισμός και Ελληνισμός Προσεγγίσεις, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα.

Eco U. (1987). Κήνσορες και Θεράποντες, εκδ. Γνώση, Αθήνα.
 Hall S. Gieben B.(2003). Η Διαμόρφωση της Νεωτερικότητας Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα.
 Λέανδρος Ν. (2000). Πολιτική Οικονομία των ΜΜΕ, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα.

ΜακΚουεϊλ Ν.(2003). Η θεωρία της μαζικής Επικοινωνίας για τον 21ο αιώνα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα.

Σαρρής Ν. (1992). Ελληνική κοινωνία και τηλεόραση, εκδ.Γόρδιος Αθήνα.

Smith P. (2006). Πολιτισμική Θεωρία, εκδ. Κριτική Αθήνα.
Σεραφετινίδου Μ. (2005) Κοινωνιολογία των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, εκδ.Gutenberg, Αθήνα.
  
 Πασχάλιδης Γ. (2002). Μαζική Κουλτούρα και Υψηλή Τέχνη, στο βιβλίο Πασχαλίδης Γ., κ.ά. Οι Διαστάσεις των Πολιτιστικών φαινομένων Εισαγωγή στον Πολιτισμό Τόμος Α, εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα.

Χορκχάιμερ Μ. Αντόρνο Τ. (1984) Η βιομηχανία της κουλτούρας Ο Διαφωτισμός ως εξαπάτηση των μαζών, στο βιβλίο Αντόρνο Τ. κ.ά., Τέχνη και Μαζική Κουλτούρα,  εκδ. ύψιλον, Αθήνα.

Χορκχάιμερ Μ. (1984) Τέχνη και μαζική κουλτούρα, στο βιβλίο Αντόρνο Τ. κ.ά., Τέχνη και Μαζική Κουλτούρα,  εκδ. ύψιλον, Αθήνα.

Ιστότοποι

(ημερομηνία επίσκεψης 12-11-2014).


(ημερομηνία επίσκεψης 16-11-2014).






[1] Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ζούσε ο Αντόρνο   στο χώρο του κινηματογράφου και γενικότερα, της ψυχαγωγίας κυριαρχούσαν εταιρείες, όπως η Metro-Goldwyn-Mayer(MGM), Twentieth Century-Fox  Radio Corporation of America (RCA). (Smith:2006,89).
[2] Το ραδιόφωνο, τηλεόραση, περιοδικά και εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, κινηματογράφος, χρησιμοποιούνται ώστε το κοινό για να αναπληρώνει τον ελεύθερο χρόνο, προορισμένα για προσωπική κατανάλωση,  επιστρατεύοντας  τις ετοιμοπαράδοτες συνταγές της «κοινωνίας της αφθονίας. ( Σαρίκας:1984,10).

(Η Ευρωπαϊκή ένωση δίνει ιδιαίτερη σημασία στη λειτουργία των πολιτιστικών βιομηχανιών. Πρόταση του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου για τις πολιτιστικές βιομηχανίες)


[4] Και οι δύο έννοιες προϋποθέτουν μια προσπάθεια να κυριαρχηθεί, να καταπατηθεί ή να υπονομευτή ο «πολιτιστικός χώρος» των άλλων και υποδηλώνουν ένα βαθμό καταναγκασμού/επιβολής.  (ΜακΚουεϊλ : 2003,260-261).

Η ισχύεις των μέσων, η διάδοση των προϊόντων της υπό αμερικανική κυριαρχία πολιτιστικής βιομηχανίας, (π.χ. ο ιμπεριαλισμός του κινηματογράφου, κυρίως των αμερικανικών ταινιών) η αυξανόμενη σημασία της διαφήμισης και μέσω αυτών η ανάδειξη συμβόλων παγκόσμιας εμβέλειας προκαλεί συχνά ανησυχίες και γίνεται αντικείμενο κριτικής. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται το ερώτημα κατά πόσον η πολιτιστική ποικιλομορφία απειλείται από τη διάδοση του δυτικού πολιτιστικού προτύπου σε παγκόσμια κλίμακα. Η πολιτιστική διεθνοποίηση θέτει σε κίνδυνο, σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, τους τοπικούς πολιτισμούς καθώς προωθεί την τυποποίηση των πολιτιστικών προϊόντων και των καταναλωτικών προτύπων. Η εμπορευματοποιημένη και βιομηχανοποιημένη κουλτούρα που ξεκινά από τις πλούσιες χώρες του καπιταλιστικού κέντρου και κατακλύζει όλο τον υπόλοιπο κόσμο προσφέρει μια εντυπωσιακή αλλά στερεότυπη ψυχαγωγία που θέτει υπό αμφισβήτηση την πολιτιστική ταυτότητα των ασθενέστερων χωρών και κοινωνικών ομάδων. (Λέανδρος:2000,159).

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Ο ρόλος της γυναίκας στην βυζαντινή κοινωνία και ποιοι παράγοντες τον διαμόρφωναν


Περιεχόμενα
















ΕΙΣΑΓΩΓΗ


    Με την δημιουργία μιας κοινωνικής οργάνωσης, πατριαρχικής, η γυναίκα βρέθηκε να είναι σε κατώτερη κοινωνική, οικονομική και πολιτική  θέση από τον άντρα, η οποία συνεχίστηκε και στο μέλλον .

    Αυτή η κοινωνικοοικονομική και πολιτική  θέση της γυναίκας στην διαδρομή της ιστορίας δεν ήταν πάντα η ίδια διότι υπήρχαν  διαφορετικοί παράγοντες σε κάθε εποχή, όπως η οικογένεια, ο γάμος, το διαζύγιο, η κοινωνική κινητικότητα της γυναίκας, η θρησκεία, ο κρατικός έλεγχος , που διαμόρφωναν αυτή την θέση. 

  Στην εργασία αυτή θα εξετάσουμε την θέση και τον ρόλο της γυναίκας στην βυζαντινή κοινωνία μέσα από τους   παράγοντες που την διαμόρφωναν.



1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ


    Γνωρίζουμε  ότι η κοινωνία ήταν  δομημένη σε οικογένειες.

    Στην  βυζαντινή  οικογένεια της οποίας η μορφή ήταν πυρηνική, κεντρικό πρόσωπο είναι η γυναίκα, η οποία μέσα σε αυτήν ζει και δραστηριοποιείται.

    Η γυναίκα παντρεύεται νέα.  Είναι υποταγμένη στον άντρα της και αφιερώνεται στις ασχολίες της οικίας. Δεν συμμετέχει στις διασκεδάσεις της πόλης, ούτε κάνει παρέα με άλλες γυναίκες οι οποίες είναι ελευθέρων ηθών, ή με άλλους άντρες που το απαγορεύει ο σύζυγός της. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Κεκαυμένος στο συμβουλευτικό κείμενο προς τους υιούς του.

    Οι αρετές που πρέπει να την διακρίνουν, όπως συνιστούν οι διανοούμενοι και οι εκπρόσωποι της εκκλησίας είναι η σύνεση, η σοφία  καθώς και να αποφεύγει να γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και πόθου από άλλους άντρες. Και όπως έλεγε  ο Ιωάννης Δαμασκηνός, τη γυναίκα θα πρέπει να την διακρίνει η ομορφιά του πνεύματος.

    Στο Βυζάντιο διαπιστώνεται, ο άντρας να ζει έξω από το σπίτι, ενώ η γυναίκα να κυβερνά τον οίκο. Έτσι η γυναίκα γεννά, μεγαλώνει τα παιδιά και διαχειρίζεται τα του οίκου της. Γι αυτό και από μικρή μεγάλωνε στο σπίτι του πατέρα της, με τέτοιο τρόπο ώστε, να γίνει η τέλεια σύζυγος ενός συνετού άντρα1.

    O άντρας όμως ήταν ο αρχηγός του σπιτιού ο οποίος έπαιρνε τις αποφάσεις και διαχειρίζονταν την προίκα και όπως θα δούμε παρακάτω υπήρχαν νομοθετικές ρυθμίσεις γι αυτό. Αυτό δεν συνέβαινε μόνο στις οικογένειες που ζούσαν στις πόλεις αλλά και στις αγροτικές οικογένειες. Εδώ η γυναίκα του χωριού είχε  την δική της περιουσία, τα προικώα. Εάν ο σύζυγος ήταν σώγαμπρος ή από φτωχότερη οικογένεια, τα παιδιά μπορούσαν να πάρουν το όνομα της γυναίκας, το οποίο διατηρούσε και η ίδια .

    Οι χήρες διαχειρίζονταν και αυτές την περιουσία τους ως αρχηγοί των νοικοκυριών, έχοντας και φορολογικές υποχρεώσεις2.

    Παρατηρούμε ότι οι γυναίκες στις ανώτερες τάξεις, είχαν προνόμια που δεν τα  είχαν οι γυναίκες αλλά και οι άνδρες που ανήκαν στις κατώτερες τάξεις3.

    Παραδείγματα έχουμε από την περίοδο της εικονομαχίας που οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά σε αυτή την διαμάχη, με την αποκατάσταση των εικόνων από τις αυτοκράτειρες, Ειρήνη και Θεοδώρα4.

    Γυναίκες που ανήκουν στην άρχουσα τάξη και βρίσκονται στην υπηρεσία του αυτοκράτορα για να τις τιμήσει για τις υπηρεσίες τους ως βραβεία τους έδινε το τιμητικό αξίωμα της ζωστής πατρικίας5.

    Μία άλλη ακραία περίπτωση γυναίκας με μεγάλη περιουσία είναι αυτή της χήρας Δανιηλίδας, η οποία είχε 80  υποστατικά και πάνω από 3000 δούλους, την οποία κληροδότησε στον αυτοκράτορα Λέοντα ς΄ 6 .



2. ΘΡΗΣΚΕΙΑ


    Μετά την ανακήρυξη  του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του Βυζαντινού κράτους, ίσχυσαν αυστηρότεροι κανόνες συμπεριφοράς από τους μέχρι τότε.

    Ο τέλειος τρόπος βίου ήταν να μοιράσει ο άνθρωπος όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς και να γίνει μοναχός για να κερδίσει την ουράνια βασιλεία.

    Την εποχή αυτή καταδικάζεται η μέχρι τότε συμπεριφορά της ρωμαίας γυναίκας και κυρίως η ελευθερία στο σεξουαλικό ζήτημα.

    Ο αντιφεμινισμός ήταν το βασικό δόγμα στη βυζαντινή σκέψη.  Η θέα της γυναίκας έλεγαν ότι ήταν σαν το φαρμακερό βέλος η οποία προκαλεί τη διαφθορά. Γι αυτό η γυναίκα δεν θα έπρεπε να φροντίζει ιδιαίτερα το σώμα της, να χρησιμοποιεί αρώματα και φτιασίδια. Έπρεπε να  κάνει ενάρετη ζωή και να μην δείχνει το πρόσωπό της σε ξένο.

   Την κοσμούσαν με ένα σωρό επίθετα όπως, αλαφρόμυαλη, φλύαρη, ακόλαστη,  επιρρεπή στην πολυτέλεια , γενικά θανάσιμη παγίδα για κάθε άντρα.

   Οι βυζαντινοί όμως εξακολουθούσαν να παντρεύονται, συνήθεια που την υποστήριζε και η εκκλησία την οποία έβλεπε ως υποχώρηση στην αδυναμία της σάρκας. Γι αυτό τόσο το αγόρι, όσο και το κορίτσι έπρεπε να έρχονται σε γάμο κοινωνία σε μικρή ηλικία7.

    Η οικογένεια το κορίτσι ή θα το πάντρευε ή θα το έκανε μοναχή.

    Για την ανώτερη και μεσαία τάξη ήταν σπάνιο ένα κορίτσι να γίνει μοναχή πριν από τον γάμο. Συνήθως την μοναχική ζωή την ακολουθούσαν εάν πέθαινε ο σύζυγος, ή μετά την αποβολή ενός παιδιού ή άλλης συμφοράς.

    Κατά την πρώιμη περίοδο γονείς εξανάγκαζαν τα κορίτσια να γίνουν μοναχές για οικονομικούς λόγους, μη ύπαρξη προίκας ή προκειμένου σφετερισθούν την περιουσία της τα άλλα αδέλφια της8.

    Επίσης στον κλήρο, ο οποίος χωρίζονταν σε τάξεις, ανήκε και η διακόνισσα, η οποία έπρεπε να είχε ηλικία τουλάχιστον 50 έτη. Μία από τις αρμοδιότητές της ήταν η βάπτιση κοριτσιών. Αυτός ο θεσμός υπήρξε  από τον 1ο  μέχρι και τον 13ο αιώνα και ανήκαν ανύπαντρες γυναίκες ή χήρες9.

    Από την πρώιμη περίοδο  η εκκλησία τίμησε  την γυναίκα που ήταν σύμφωνα με την ιδεολογική της ηθική. Ένα τέτοιο παράδειγμα έχουμε για την μητέρα του Μ. Κωνσταντίνου, την Ελένη η οποία αγιοποιήθηκε και είναι από τα πιο σεβαστά πρόσωπα της χριστιανοσύνης.. Σύμφωνα με την παράδοση η Ελένη ήταν αυτή που πήγε στα Ιεροσόλυμα και συγκεκριμένα στο Γολγοθά όπου και ανακάλυψε τον Τίμιο Σταυρό του μαρτυρίου, καθώς και όλα τα λείψανα του θείου πάθους10.

    Τον 9ο αιώνα εμφανίζεται μία νέα αγιογραφική μορφή. Η παντρεμένη γυναίκα που γίνεται αγία χωρίς να χηρέψει,  χωρίς να μπει σε μοναστήρι,  χωρίς να πάρει διαζύγιο.

Οι τρεις αγίες που συνιστούν αυτή την κατηγορία είναι η Αγ. Θεοφανώ, πρώτη σύζυγος του Λέοντος Στ΄,  η Αγ. Μαρία η Νέα και η Αγ. Θωμαίς η Λεσβία. Η τελευταία ανήκε στην μεσαία κοινωνική τάξη, ασυνήθιστο αφού από τους άλλους   βίους αγίων γυναικών παρατηρούμε ότι ανήκουν στην αριστοκρατία ή έχουν συγγένεια με την άρχουσα τάξη, ίσως γι αυτό όπως θα δούμε παρακάτω είχε μεγαλύτερη απήχηση στις γυναίκες μέσα στην πόλη  έναντι των άλλων αγίων ανδρών.

    Η Αγ. Θωμαίς, σύμφωνα με τον αγιογράφο  παντρεύεται κάποιον Στέφανο όταν ήταν στα απώτερα χρόνια της ηλικίας της, 24 ετών. Παρουσιάζεται ως μία ιστορία ενός αντί γάμου. Η αγία φροντίζει τους φτωχούς, κάνει ελεημοσύνες και φιλανθρωπίες με λεφτά που κέρδιζε πουλώντας τα υφαντά που έφτιαχνε, αλλά και χρήματα της περιουσίας, γεγονός που ο σύζυγό της είναι αντίθετος και γι αυτό την κακοποιεί.  Εκείνο που διαπιστώνουμε είναι  μία ασυνήθιστη για την εποχή έντονη κινητικότητα της Αγίας, αφού ενώ η οικία της είναι στην απέναντι ακτή του Βοσπόρου την βρίσκουμε στην Κωνσταντινούπολη. Ίσως αυτό να οφείλεται στην  κοινωνική μεσαία τάξη που ανήκει. Επίσης ότι ένας από τους λόγους αγιοποίησής της είναι η κακοποίησή της από τον άντρα της παραμένοντας, έως τον θάνατό της σε ηλικία 38 ετών, παντρεμένη11.



3. Ο ΓΑΜΟΣ


    «άνδρός καί γυναικός συνάφεια καί συγκλήρωσις πάσης ζωής, θείου τε καί ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία» .

    Σύμφωνα με το παραπάνω από το βυζαντινό δίκαιο απόσπασμα, από το κράτος θεσμοθετείται η έννοια της μονογαμίας, το αδιάσπαστο της ένωσης ανδρός και γυναικός, η ηθική λειτουργία των συζύγων, καθώς και η ισότητα  δικαιωμάτων μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας.

     Επίσης και η εκκλησία ένωνε το αντρόγυνο μέσω του Θεού, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στον γάμο διότι μέσω αυτού επιτυγχάνονταν η αποφυγή της πορνείας και η διαιώνιση του είδους. 

    Η επιλογή του συζύγου δεν γίνονταν από την γυναίκα και αυτό αφορούσε τόσο τους λαϊκούς γάμους,  όσο και τους βασιλικούς.

    Για την γυναίκα ο γάμος ήταν ένα γεγονός γι αυτήν μοναδικό και σημαντικό στην κατά τα άλλα ανύπαρκτη κοινωνική ζωή της.

    Ένας λαϊκός γάμος άρχιζε με τον στολισμό του νυφικού θαλάμου που ονομάζονταν παστός και εάν δεν επαρκούσαν τα χρήματα της οικογένειας της νύφης δανείζονταν από τους γείτονες. Γαμήλιες προσκλήσεις  μέσω λαλετών προσκαλούσαν τον κόσμο στο γάμο, η νύφη ήταν λαμπροστολισμένη, ο γαμπρός φορούσε τα καλύτερα ρούχα του και γίνονταν πάντα ημέρα Κυριακή, ενώ ο χρόνος τέλεσης του γάμου καθορίζονταν από την εκκλησία.  Μετά το τέλος του μυστηρίου γίνονταν το γαμήλιο τραπέζι συνοδεία μουσικής και χορών και μετά οι νεόνυμφοι πήγαιναν στο νυφικό θάλαμο και το πρωί έδειχναν το χιτώνα της νύφης ως πειστήριο παρθενίας, σε αντίθετη περίπτωση είχε δικαίωμα να ζητήσει ο σύζυγος διαζύγιο.

   Ο γάμος απαγορεύονταν   μεταξύ ετερόδοξων  ατόμων, κάτι που όπως θα δούμε παρακάτω επιτρέπονταν στους βασιλικούς γάμους. Επίσης, απαγορεύονταν να γίνονται γάμοι μεταξύ ατόμων από διαφορετικές τάξεις 12.

    Στους βασιλικούς γάμους η αναζήτηση της νύφης για τον αυτοκράτορα είχε ιδιαίτερη σημασία. Η νύφη έπρεπε να έχει ευγενική καταγωγή, να είναι  παρθένα και όμορφη. Μάλιστα κατά τον 8ο και 9ο αιώνα γίνονταν ένα είδος καλλιστείων για την επιλογή της ομορφότερης.

    Πολλές φορές η ομορφιά ήταν καθοριστικός παράγοντας και επηρέαζε την απόφαση του γαμπρού, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι έτσι κατάφεραν να ανέβουν στο θρόνο και γυναίκες που δεν είχαν ευγενική καταγωγή.

    Οι αυτοκρατορικές θυγατέρες παντρεύονταν παιδιά ευγενών, στρατηγών και αξιωματούχων. Πολλές φορές γάμοι γίνονταν για διπλωματικούς λόγους και για το συμφέρον της αυτοκρατορίας ακόμη και μεταξύ ετερόθρησκων που σε αυτή την περίπτωση πριν το γάμο γίνονταν αλλαγή ονόματος. Οι γάμοι γίνονταν με μεγαλοπρέπεια κάτω από τις επευφημίες του πλήθους.

    Γάμοι έγιναν και με παράβαση των εκκλησιαστικών  κανόνων, όπως η τεταρτογαμία του Λέοντα Στ΄, προκειμένου νομιμοποιήσει τον διάδοχό του13. Η σημασία των απογόνων για την νόμιμη διαδοχή του αυτοκράτορα, αλλά και την συνέχιση της οικογένειας συνέβαλλε στην αλλαγή της θέσης της γυναίκας14.



 4. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ


    Η γυναίκα συνέβαλε στον χώρο της οικονομίας του Βυζαντινού κράτους σε βαθμό ανάλογα με την κοινωνική τάξη που ανήκε.

    Υπήρχαν όμως, ασχολίες που ήταν για όλες τις γυναίκες, ίδιες ακόμη, και σε αυτοκρατορικό επίπεδο. Αυτές ήταν το γνέσιμο, η ύφανση και γενικά η κατασκευή των ρούχων. Οι γυναίκες έλεγχαν την παραγωγή υφασμάτων στους τομείς που αφορούσε το νοικοκυριό ή την προμήθεια της αγοράς και πώληση αυτών σε βαθμό που έφτανε  την ευρύτερη οικονομία.

    Ο Μιχαήλ Ψελλός κάνει αναφορά σε ένα γυναικείο πανηγύρι της Αγάθης το οποίο ήταν αφιερωμένο στις υφάντριες γυναίκες. Μάλιστα μαρτυρείται και η ύπαρξη μιας συντεχνίας με μέλη μόνο γυναίκες υφάντριες.

    Εκτός από τις παραπάνω ασχολίες και άλλα επαγγέλματα έκαναν οι γυναίκες, όπως του ιατρού, της ιατρομαίας ακόμη και της πλοιοκτήτριας εμπορικών πλοίων. Επίσης λειτουργούσαν και ένα σημαντικό μέρος από τα καταστήματα λιανικού εμπορείου τα οποία προέρχονταν κυρίως από την προίκα τους. Θα πρέπει να σημειώσουμε  ότι οι χήρες λόγω της μεγαλύτερης κινητικότητας που τους  επιτρεπόταν, είχαν μεγαλύτερη συμβολή στην οικονομία  του κράτους.

    Για τις αγροτικές ασχολίες των γυναικών οι πηγές που έχομε δεν βοηθούν και παραμένει άγνωστος ο ρόλος τους σε μεγάλο βαθμό. Και για την αγρότισσα ίσχυε ότι εφόσον είχε προίκα δεν έπρεπε να εργάζεται και επίσης δεν έπρεπε να βρίσκεται μακριά από το σπίτι της. Παρ’ όλα αυτά   πηγές μας δείχνουν τις Βλάχες με αντρικά ρούχα να βόσκουν πρόβατα ακόμη και στο Αγ. Όρος και να πηγαίνουν γάλα στους μοναχούς, στην Αιτωλοακαρνανία να θερίζουν και να τραγουδούν και στην Άρτα να μαζεύουν σταφύλια, διότι τα εργατικά χέρια δεν επαρκούν.

    Γενικά οι αγρότισσες   που μπορούσαν να εφαρμόσουν τα ιδεολογικά πρότυπα δεν συμμετείχαν στις αγροτικές εργασίες εκτός  στις πιο παραγωγικές όπως, ο θερισμός και τα σταφύλια ή στον κήπο ο οποίος ήταν δίπλα στην οικία της. Η αγρότισσα επίσης, προμήθευε την αυτοκρατορία με παιδιά, είτε για τεκνοποίηση, είτε για στελέχωση του στρατού και για την άμυνα της χώρας, αφού ο μεγαλύτερος αριθμός αγροτών ζούσε στα σύνορα της αυτοκρατορίας15.

     Καταλαβαίνουμε ότι η οικονομική δραστηριότητα των γυναικών προϋποθέτει και ανάμιξη στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις.

  Σημαντικότερο ρόλο στην εξέλιξη του βυζαντινού κράτους και στην πορεία της αυτοκρατορίας  είχαν οι γυναίκες που βασίλεψαν ή έστεψαν αυτοκράτορες. Η Ειρήνη η Αθηναία, η Θεοδώρα σύζυγος του Θεοφίλου, η Ζωή και η Θεοδώρα οι Πορφυρογέννητες. Οι βυζαντινοί, αν και γυναίκες, τις αυτοκράτειρες τις υπερασπίστηκαν και δεν τις αμφισβήτησαν, είτε ήταν γυναίκες σεβαστές και σύμφωνα με τα ιδεολογικά πρότυπα της εποχής όπως η Ειρήνη, η Ζωή και η Θεοδώρα, είτε προέρχονταν από το θέατρο και το καπηλειό16.

     Στις πόλεις  όμως υπήρχαν και γυναίκες που περιποιούνταν τον εαυτό τους  βάφοντας τα μαγουλά τους  με διάφορα χρώματα, τα μάτια τους, στολίζοντας το λαιμό τους με κοσμήματα και  φορώντας ωραία ρούχα17.  Μάλιστα, με το ντύσιμο δημιουργούσαν τη μόδα της κάθε εποχής, την οποία όμως ακολουθούσαν οι εύπορες γυναίκες διότι τα φορέματα αυτά ήταν ακριβά.

    Μία τοιχογραφία     που βρίσκεται σε μία βασιλική κρεβατοκάμαρα, απεικονίζει το βασιλικό ζεύγος Βασίλειο και Ευδοκία να κάθονται σε πολυτελείς θρόνους, με αυτοκρατορικά ενδύματα και να πλαισιώνονται από τα παιδιά τους.

    Τα παιδιά κρατούσαν τα μεν αγόρια τους κώδικες, τα δε κορίτσια Θείους νόμους και αυτό διότι ο ζωγράφος ήθελε να δείξει ότι και τα κορίτσια συμμετείχαν στη θεία γνώση18.  Αλλά και ότι λάμβαναν παιδεία και τα κορίτσια, της ανώτερης κοινωνικής τάξης.

     Στις αρχές  του 5ο αιώνα υπήρχε η φιλόσοφος Υπατία η οποία δολοφονήθηκε από φανατισμό. Είχε πολύ μεγάλες πνευματικές ικανότητες και δίδαξε πολλούς νέους. Μία πηγή αναφέρει:  ντυμένη μ’ ένα μανδύα, συνήθιζε να περιφέρεται στην πόλη και να ερμηνεύει σε εκείνους που ήθελαν να την ακούσουν ,τα έργα τού Πλάτωνος ,τού Αριστοτέλους ή άλλων φιλόσοφων19 .

    Την περίοδο της εικονομαχίας δραστηριοποιήθηκε η μόνη ικανή  ποιήτρια της βυζαντινής περιόδου, η Κασσιανή20.

    Άλλη μία γυναίκα γνωστή για την πολυμάθειά  της είναι η Άννα Κομνηνή η οποία δραστηριοποιήθηκε ως συγγραφέας γράφοντας μία εκτενή ιστορία της βασιλείας του πατέρα της Αλεξίου Α΄21.



5.  Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ


    Το βυζαντινό κράτος με τη νομοθεσία προσπάθησε να θέσει τα δικαιώματα της γυναίκας. Βέβαια όπως και παραπάνω αναφέραμε πάντα βρισκόταν σε κατώτερη θέση από τον άντρα και αυτές τις νομοθετικές ρυθμίσεις θα πρέπει να τις δούμε σαν μία προσπάθεια του βυζαντινού κράτους να εδραιώσει το θεσμό της οικογένειας παρά την ισότητα  της γυναίκας με τον άντρα.

    Η γέννηση ενός κοριτσιού δεν έφερνε χαρά στους γονείς, διότι μαζί με αυτήν γεννιόταν και η υποχρέωση της προίκας. Έτσι οι φτωχές οικογένειες εγκατέλειπαν ή εκμεταλλεύονταν τα κορίτσια μέχρι τον γάμο τους ή την  είσοδό τους στην μοναχική ζωή.

    Αυτό το φαινόμενο, το κράτος για να το αντιμετωπίσει επί εποχής Ιουστινιανού ίδρυσε «βρεφοκομεία» που είχαν ως αποστολή την ανατροφή αυτών των παιδιών.

    Αλλά και με νόμο απαγόρευαν στους γονείς να προβαίνουν σε πωλήσεις των παιδιών τους ή την  υποθήκη τους.

    Νομικά δικαίωμα γάμου είχαν όσα αγόρια είχαν κλείσει την ηλικία των 14 ή 15 ετών ενώ για τα κορίτσια τα 12 ή 13 έτη τους. Και επειδή αυτά τα όρια παραβιάζονταν, υπάρχουν αναφορές για τέλεση  μνηστειών  σε ηλικίες επτά ετών .

Το κράτος για την πάταξη αυτού του φαινομένου νομοθετούσε, ορίζοντας τον τρόπο που θα είχε ισχύει ο γάμος. Αρχικά με την ιουστινιάνεια νομοθεσία που προέβλεπε μόνο για τους αξιωματούχους την υπογραφή γαμήλιου συμβολαίου μέχρι με τις Νεαρές του Λέοντα ς΄ που οριζόταν υποχρεωτικά η ευλογία του γάμου από την εκκλησία. Μία άλλη ρύθμιση ήταν η  απαγόρευση της παλλακίδας, ισχυροποιώντας έτσι  την θέση της συζύγου.

    Όπως αναφέραμε και παραπάνω η Ρωμαϊκή συνήθεια να επιλέγει η γυναίκα τον σύζυγο της , στα βυζαντινά χρόνια είχε καταργηθεί και αυτό γινόταν από τον πατέρα.

 της. Για την ισχυροποίηση της οικογένειας οι Ίσαυροι με νόμο αύξησαν σημαντικά τη θέση της μητέρας, επιτρέποντας και σε αυτήν να δίνει  την συγκατάθεσή της για τον γάμο της κόρης της, τείνοντας έτσι  να εξομοιωθεί με τον πατέρα. Αργότερα καταργήθηκε από τους Μακεδόνες αυτοκράτορες.

    Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις που η γυναίκα αναλάμβανε την αρχηγεία της οικογένειας, όπως όταν έμενε χήρα.

    Άλλο σημείο που ο νομοθέτης επενέβαινε νομοθετικά ήταν η απαγόρευση σύναψης γάμων που δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για τεκνοποίηση, όπως οι γάμοι με ευνούχους.

    Μεγάλης νομοθετικής υποστήριξης είχε η γυναίκα  για τα θέματα διαζυγίου. Οι λόγοι διαζυγίου ήταν  σχεδόν ίδιοι με αυτοί του άντρα. Λόγοι όπως η μοιχεία ,η μη εκπλήρωση των συζυγικών καθηκόντων,η τέλεση ποινικών πράξεων, δικαιολογούσαν αίτημα διαζυγίου.

     Διαφορές που υπήρχαν σε βάρος της γυναίκας ήταν η παρέα με άντρες ή η επίσκεψη σε μέρη που ο σύζυγος δεν είχε δώσει την άδεια. Επίσης άλλη διαφορά ήταν η έγκριση από πλευράς πολιτείας, σε αυτό αντιτίθονταν η εκκλησία, εξωσυζυγικών σχέσεων του άντρα με χήρες ή άγαμες γυναίκες, θεωρώντας το όχι ως μοιχεία αλλά ως πορνεία. Προοδευτική ρύθμιση φαίνεται να ήταν και η ύπαρξη συναινετικού διαζυγίου

    Ρυθμίσεις υπήρχαν και για το δεύτερο γάμο, καθώς και για την απαγόρευση τρίτου.

    Παραπάνω αναφερθήκαμε στην οικονομική βάση της οικογένειας που ήταν η προίκα της γυναίκας η οποία ήταν απαραίτητη για την συντήρηση της. Η διαχείριση της ανήκε στον σύζυγο, όμως ο νόμος παρείχε στην γυναίκα το δικαίωμα  να προσφύγει στην δικαιοσύνη σε περίπτωση που δεν την διαχειρίζονταν σωστά ο άντρας της. Μετά τον θάνατο του συζύγου η περιουσία περιέρχονταν στα παιδιά και η γυναίκα  είχε την επικαρπία22.



   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ


    Η θέση της γυναίκας στο Βυζαντινό κράτος είναι εκείνη που της παραχωρούν η κρατική εξουσία και η εκκλησία .

    Η γυναίκα είναι υποταγμένη στον άντρα της και παραχωρείται από το εκκλησιαστικό δίκαιο  ο γάμος για να σωθεί από τις ανθρώπινες αδυναμίες, αφού παρουσιάζεται να είναι αφιερωμένη στο κακό.

    Με την νομοθεσία η γυναίκα τιμάται ως μητέρα και ως σύζυγος και υποδουλώνεται σε αυτά τα καθήκοντα, διότι ιδιαίτερη σημασία ο νομοθέτης δίνει στην οικογένεια .

    Υπάρχουν περιπτώσεις κινητικότητας της γυναίκας αλλά κυρίως μέσα στα πλαίσια των ιδεολογικών και ηθικών κανόνων της εποχής.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


 1..Βακαλούδη, Α., Τα καλλιστεία και ο γάμος στο βυζάντιο



  2. Βασίλιεφ, Α., Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μτφρ.Δ.Σαβραμής, Αθήνα :1995



  3. Browning,R., Η βυζαντινή αυτοκρατορία,μτφρ.Ν.Κονομής Αθήνα :1992



 4. Guillou, A., Ο Βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ.P. Odorico Σ.Τσοχανταρίδου ,Αθήνα :1998



 5.Kazhdan ,Α.P/Epstein,A.W., Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό,Αθήνα :1997



 6..Λαίου ,Α., «Αγροτική ζωή και οικονομία» στο Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, Αθήνα :2002



7.Λάιου,Α., «Η ιστορία ενός γάμου: Ο βίος της Αγίας Θωμαίδος της Λεσβίας» στο Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο,Αθήνα: 1989



 8..Mahgo,C., Βυζάντιο η αυτοκρατορία της νέας Ρώμης, μτφ.Δ.Τσουγκαράκης, Αθήνα :2002



9.Νικολάου,Κ., Η θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία, Αθήνα :2000

 10..Πέννα,Β., «Ο δημόσιος ,οικονομικός και κοινωνικός βίος των βυζαντινών» στο Δημόσιος και Ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα Ι Από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά χρόνια,,Πάτρα :2001



1 A.Guillou, Ο Βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ.P. Odorico Σ.Τσοχανταρίδου (Αθήνα 1998):276-278
2 Α.Λαίου , «Αγροτική ζωή και οικονομία» στο Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο,(Αθήνα 2002):53
3 Α.P.Kazhdan/A.W.Epstein, Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό,(Αθήνα 1997):163
4 Στο ίδιο :160
5 Β.Πέννα, «Ο δημόσιος ,οικονομικός και κοινωνικός βίος των βυζαντινών» στο Δημόσιος και Ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα Ι Από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά χρόνια,(Πάτρα 2001):59-60
6 C.Mahgo , Βυζάντιο η αυτοκρατορία της νέας Ρώμης, μτφ.Δ.Τσουγκαράκης, (Αθήνα 2002):63
7 Στο ίδιο :258-268
8 Κ.Νικολάου, Η θέση της γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία,(Αθήνα 2000):16
9 Guillou,βλ. παραπ. :215
10  Πέννα, βλ.παραπ. :126

11 Α.Λάιου, «Η ιστορία ενός γάμου: Ο βίος της Αγίας Θωμαίδος της Λεσβίας» στο Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο(Αθήνα 1989):237-243
12 Α.Βακαλούδη, Τα καλλιστεία και ο γάμος στο βυζάντιο,(  ) :44-54
13   Πέννα, βλ.παραπ. :1-7-115
14 .Kazhdan/.Epstein, βλ.παραπ. :165-167
15 .Λαίου ,βλ. παραπ. :53-55
16.Νικολάου, βλ.παραπ. :26-35
17  Guillou,βλ. παραπ. :278
18    Πέννα, βλ.παραπ. :36
19 Α.Βασίλιεφ., Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, μτφρ.Δ.Σαβραμής, (Αθήνα 1995):`160
20  Στο ίδιο :374
21 R.Browning, Η βυζαντινή αυτοκρατορία,μτφρ.Ν.Κονομής (Αθήνα 1992):239
22 Νικολαόυ, βλ.πααραπ.:14-26